ἄρνε

ἀρνός
masc/fem nom/voc/acc dual

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Γιάκομπσεν, Άρνε — (Arne Jacobsen, 1902 – 1971). Δανός αρχιτέκτονας. Θεωρείται ο σημαντικότερος αρχιτέκτονας της Δανίας του 20ού αι. Διακρίθηκε νεότατος, όταν το 1929 κέρδισε με τον Φ. Λάσεν το πρώτο βραβείο για «ένα σπίτι του μέλλοντος» σε μια έκθεση της… …   Dictionary of Greek

  • Γκάρμποργκ, Άρνε — (Arne Garborg, Τίμε 1851 – Όσλο 1924). Νορβηγός συγγραφέας. Γιος αγροτών, μεγάλωσε σε αυστηρά θρησκευόμενο περιβάλλον, από το οποίο όμως αποσπάστηκε για να γίνει ένας από τους μαχητικότερους οπαδούς του Γκέοργκ Μπράντες. Τα πρώτα του… …   Dictionary of Greek

  • Τιζέλιους, ΄Αρνε Βίλελμ Κάουριν — (Tiselius, Στοκχόλμη 1902 – 1971). Σουηδός χημικός. Περάτωσε τις σπουδές του στο πανεπιστήμιο της Ουψάλα, όπου έγινε βοηθός στο Ινστιτούτο Φυσικοχημείας και αργότερα (1930) καθηγητής της βιοχημείας. Οι έρευνές του, για τις οποίες ο Τ. τιμήθηκε το …   Dictionary of Greek

  • Σουηδία — Κράτος της Βόρειας Ευρώπης μεταξύ της Φινλανδίας και της Νορβηγίας.H Σουηδία (Konungariket Sverige) είναι η μεγαλύτερη από τις σκανδιναβικές χώρες. Tα σύνορά της, που καθορίστηκαν μόνιμα με το Σύμφωνο της Bιέννης (1815), ορίζονται φυσικά από την… …   Dictionary of Greek

  • Νορβηγία — Κράτος της βόρειας Ευρώπης, στη Σκανδιναβία. Συνορεύει Α με τη Σουηδία, ΒΑ με τη Φινλανδία και τη Ρωσία, Β βρέχεται από τη θάλασσα Μπάρεντς και Δ από τον Ατλαντικό ωκεανό.H Ν. (της οποίας η ονομασία, Nόργκε ή Nοργκ σημαίνει δρόμος του βορρά),… …   Dictionary of Greek

  • βιοχημεία — Επιστήμη που μελετά όλα τα στοιχεία και τις ουσίες που συνθέτουν συνολικά τους ζώντες οργανισμούς και διερευνά τα χημικά και φυσικοχημικά φαινόμενα που εκδηλώνονται σε αυτούς, με σκοπό να καθορίσει μια συσχέτιση μεταξύ των φαινομένων αυτών και… …   Dictionary of Greek

  • ηλεκτροφόρηση — Μετακίνηση φορτισμένων κολλοειδών σωματιδίων υπό την επίδραση ηλεκτρικού πεδίου· τα θετικά φορτισμένα σωματίδια κατευθύνονται προς το αρνητικό ηλεκτρόδιο και τα αρνητικά φορτισμένα προς το θετικό. Η ταχύτητα μεταφοράς εξαρτάται από τον αριθμό των …   Dictionary of Greek

  • ἄρν' — ἄρνα , ἀρνός masc/fem acc sg ἄρνε , ἀρνός masc/fem nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ar-5 —     ar 5     English meaning: to refuse; to lie     Deutsche Übersetzung: “verweigern, leugnen”?     Note: (with n formant)     Material: Gk. ἀρνέομαι (*ἀρνε F ομαι) “ refuses “, ἄπαρνος, ἔξαρνος “ refusing, denying everything “, ἀρύει ἀντιλέγει… …   Proto-Indo-European etymological dictionary

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.